gislatif
le
le
gis
ʒis
zhis
la
la
la
tif
tif
tif

Ορισμός και σημασία του "législatif"στα γαλλικά

législatif
01

νομοθετικός, νομοθετική

qui concerne l'élaboration et l'adoption des lois 
législatif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
législatif
αρσενικό πληθυντικό
législatifs
θηλυκό ενικό
législative
θηλυκό πληθυντικό
législatives
Παραδείγματα
Le pouvoir législatif appartient au parlement. 

Η νομοθετική εξουσία ανήκει στο κοινοβούλιο.

02

νομικός, νομοθετικός

qui est établi par la loi ou conforme à la loi 
législatif definition and meaning
Παραδείγματα
Les règles législatives doivent être respectées par tous. 

Οι νομοθετικοί κανόνες πρέπει να τηρούνται από όλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store