Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La larve
[gender: feminine]
01
προνύμφη, κάμπια
forme juvénile de certains insectes ou animaux, avant la métamorphose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
larves
Παραδείγματα
La larve deviendra un papillon après la chrysalide.
Η προνύμφη θα γίνει πεταλούδα μετά τη χρυσαλίδα.
02
αδύναμος, τεμπέλης
personne faible, sans énergie ou sans initiative
Παραδείγματα
Il reste assis toute la journée, une vraie larve.
Μένει καθισμένος όλη μέρα, ένας αληθινός τεμπέλης.



























