la larve
larve
laʁv
larv
largelarme

Ορισμός και σημασία του "larve"στα γαλλικά

01

προνύμφη, κάμπια

forme juvénile de certains insectes ou animaux, avant la métamorphose 
la larve definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
larves
Παραδείγματα
La larve se nourrit de feuilles avant de se transformer. 

Η προνύμφη τρέφεται με φύλλα πριν μεταμορφωθεί.

02

αδύναμος, τεμπέλης

personne faible, sans énergie ou sans initiative 
Παραδείγματα
Il ne fait rien, c'est une vraie larve. 

Δεν κάνει τίποτα, είναι πραγματική προνύμφη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store