Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
large
01
ευρύς, πλατύς
qui a une grande mesure d'un côté à l'autre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus large
συγκριτικός βαθμός
plus large
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
large
αρσενικό πληθυντικό
larges
θηλυκό ενικό
large
θηλυκό πληθυντικό
larges
θεματικό πεδίο
mesure, espace, taille
Παραδείγματα
Le fleuve est large à son embouchure.
Ο ποταμός είναι ευρύς στο στόμιο του.
Le large
01
φαρδύς, ευρύς
qui ne serre pas le corps (vêtements)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ce sweat-shirt large est parfait pour se détendre.
Αυτό το φαρδύ μπλουζάκι είναι τέλειο για χαλάρωση.



























