large
large
laʁʒ
larzh
larvelarmelargagelange

Ορισμός και σημασία του "large"στα γαλλικά

01

ευρύς, πλατύς

qui a une grande mesure d'un côté à l'autre 
large definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus large
συγκριτικός βαθμός
plus large
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
large
αρσενικό πληθυντικό
larges
θηλυκό ενικό
large
θηλυκό πληθυντικό
larges
Παραδείγματα
Le fleuve est large à son embouchure. 

Ο ποταμός είναι ευρύς στο στόμιο του.

01

φαρδύς, ευρύς

qui ne serre pas le corps (vêtements) 
le large definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ce sweat-shirt large est parfait pour se détendre. 

Αυτό το φαρδύ μπλουζάκι είναι τέλειο για χαλάρωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store