Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La largeur
[gender: feminine]
01
πλάτος, εύρος
mesure d'un objet d'un côté à l'autre
Παραδείγματα
La largeur des rayons ne permet pas de ranger ces livres.
Το πλάτος των ραφιών δεν επιτρέπει την αποθήκευση αυτών των βιβλίων.
02
πλάτος, εύρος
étendue latérale d'un espace ou d'un objet
Παραδείγματα
La largeur de ses connaissances m' étonne toujours.
Το πλάτος των γνώσεών του με εκπλήσσει πάντα.



























