Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La largeur
01
πλάτος, εύρος
mesure d'un objet d'un côté à l'autre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La largeur de cette rivière est de vingt mètres.
Το πλάτος αυτού του ποταμού είναι είκοσι μέτρα.
02
πλάτος, εύρος
étendue latérale d'un espace ou d'un objet
Παραδείγματα
La largeur de cette vallée est impressionnante.
Το πλάτος αυτής της κοιλάδας είναι εντυπωσιακό.



























