Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lent
01
αργός, βραδύς
qui se déplace ou agit à une vitesse faible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus lent
συγκριτικός βαθμός
plus lent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lent
αρσενικό πληθυντικό
lents
θηλυκό ενικό
lente
θηλυκό πληθυντικό
lentes
Παραδείγματα
Le vélo est lent en montée.
Το ποδήλατο είναι αργό στην ανηφόρα.



























