lent
lent
lɑ̃
laa
longlin

Ορισμός και σημασία του "lent"στα γαλλικά

01

αργός, βραδύς

qui se déplace ou agit à une vitesse faible 
lent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus lent
συγκριτικός βαθμός
plus lent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lent
αρσενικό πληθυντικό
lents
θηλυκό ενικό
lente
θηλυκό πληθυντικό
lentes
Παραδείγματα
La voiture est lente dans le trafic. 

Το αυτοκίνητο είναι αργό στην κυκλοφορία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store