longueurlys
από 3
longueurlys
longueur[n]

μήκος,εκτατικότητα

lorsque[conj]

όταν,τη στιγμή που

losange[n]

ρόμβος,ρομβοειδές

lotion[n]

λοσιόν,υγρή κρέμα

lotissement[n]
louche[n][adj]

κουτάλα,σερβιρίστρα • ύποπτος,αμφίβολος

loucher[v]

αλλοιώνομαι,είμαι αλλοιωμένος

louer[v]

νοικιάζω,ενοικιάζω

loup[n]

λύκος,γκρίζος λύκος

loupe[n]
lourd[adj][adv][n]

βαρύς,βαρύ • πολύ,πάρα πολύ • φορτίο,βάρος

loutre[n]
loutre de mer[n]

θαλάσσια βίδρα,βίδρα της θάλασσας

loyal[adj]

πιστός,ειλικρινής

loyauté[n]
loyer[n]

ενοίκιο,μίσθωμα

lucarne[n]

παράθυρο στέγης,παράθυρο σοφίτας

lucide[adj]

σαφής,ξύπνιος

lucidité[n]

διαύγεια του νου,σαφήνεια σκέψης

luciole[n]

πυγολαμπίδα,λαμπυρίδα

lucratif[adj]
ludique[adj]
luette[n]

στομαχίτιδα,ουβούλα

lueur[n]

λάμψη,φως

luffa[n]

λούφα,φυτικό σφουγγάρι

luge[n]

έλκηθρο,σέρτ

lui[pron]

του, της

lumbago[n]

οσφυαλγία,οξεία πόνος στην κάτω πλάτη

lumière[n]

φως,φωτεινότητα

lumignon[n]
luminaire[n]

φωτιστικό,συσκευή φωτισμού

lumineux[adj]

φωτεινός,λαμπερός

luminosité[n]

φωτεινότητα,φωτεινή ένταση

lundi[n]

Δευτέρα,ημέρα Δευτέρας

lune[n]

φεγγάρι,δορυφόρος

lune de miel[n]

μήνας του μέλιτος,ταξίδι του μέλιτος

lunettes[n]
lunettes de plongée[n]

ματογυάλια κολύμβησης,ματογυάλια κατάδυσης

lunettes de protection[n]

προστατευτικά γυαλιά,γυαλιά ασφαλείας

lunettes de soleil[n]

γυαλιά ηλίου,ηλιοχρωματιστά γυαλιά

lustrage[n]
lustre[n]

πολυέλαιος,κρεμαστή λάμπα

lutte[n]

πάλη,αγώνας πάλης

lutter[v]

αγωνίζομαι,παλεύω

luxe[n]
luxueux[adj]
lycée[n]

λύκειο,γυμνάσιο

lycéen[n]

μαθητής λυκείου,φοιτητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

lyre[n]

λύρα,αρχαίο έγχορδο όργανο

lys[n]

κρίνος,λίλιο

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή