le lumbago
lumbago
lɔ̃bago
lawbago
lombago

Ορισμός και σημασία του "lumbago"στα γαλλικά

01

οσφυαλγία, οξεία πόνος στην κάτω πλάτη

douleur aiguë dans le bas du dos 
le lumbago definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il souffre de lumbago après avoir soulevé un objet lourd. 

Υποφέρει από λουμπάγκο μετά την ανύψωση ενός βαρέως αντικειμένου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store