Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La luminosité
[gender: feminine]
01
φωτεινότητα, φωτεινή ένταση
intensité de la lumière dans un espace ou émise par un objet
Παραδείγματα
La luminosité naturelle entre par les fenêtres.
Η φυσική φωτεινότητα εισέρχεται από τα παράθυρα.



























