Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La lyre
01
λύρα, αρχαίο έγχορδο όργανο
instrument à cordes pincées, ancien, utilisé dans la Grèce antique et à Rome, souvent pour accompagner la poésie ou le chant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lyres
Παραδείγματα
La lyre romaine était utilisée lors des cérémonies.
Η ρωμαϊκή λύρα χρησιμοποιούνταν κατά τις τελετές.



























