Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le lycée
01
λύκειο, γυμνάσιο
établissement d'enseignement secondaire supérieur pour les élèves de 15 à 18 ans
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lycées
Παραδείγματα
Mon fils entre au lycée cette année en classe de Seconde.
Ο γιος μου μπαίνει στο λύκειο φέτος στην Δευτέρα τάξη.



























