interminableivre
από 4
interminableivre
interminable[adj]

ατέλειωτος,απέραντος

internat[n]

οικοτροφείο,σχολείο με οικοτροφείο

international[adj]

διεθνής

internaute[n]

χρήστης του Διαδικτύου,περιηγητής του διαδικτύου

interne[adj][n]
interner[v]

νοσηλεύω,φυλακίζω

internet[n]

διαδίκτυο,δίκτυο

interpeller[v]

απευθύνω λόγο,καλώ σε λογοδοσία

interphone[n]

θυροτηλέφωνο,ενδοεπικοινωνία

interprétation[n]

ερμηνεία,εξήγηση

interprète[n]

διερμηνέας,προφορικός μεταφραστής

interpréter[v]

ερμηνεύω

interpréteur[n]

διερμηνέας,προφορικός μεταφραστής

interrogation[n]
interrogatoire[n]

ανάκριση,ερώτηση

interroger[v]

ανακρίνω,ερωτώ

interrompre[v]

διακόπτω

interrupteur[n]

διακόπτης,διακόπτης ρεύματος

interruption[n]

διακοπή

intersection[n]
interurbain[adj][n]

διαπολικός,μεταξύ πόλεων • υπεραστική κλήση,τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ πόλεων

intervalle[n]

διάστημα,απόσταση

intervenir[v]

παρεμβαίνω,διαμεσολαβώ

intervention[n]
interview[n]

συνέντευξη,συνέντευξη

interviewer[v]

συνεντεύξω,ανακρίνω

intestin[n]

έντερο,κοιλιά

intimité[n]
intitulé[adj]
intox[n]
intoxication alimentaire[n]

τροφική δηλητηρίαση,διατροφική δηλητηρίαση

intoxiqué[adj]

δηλητηριασμένος,μεθυσμένος

intrépide[adj][n]

ατρόμητος,θαρραλέος • ατρόμητος,θαρραλέος

intrigue[n]

πλοκή,υπόθεση

introduction[n]

είσοδος,πρόσβαση

introspection[n]
intuitif[adj]

διαισθητικός,ενστικτώδης

intuition[n]

διαίσθηση,προαίσθημα

inutile[adj]

άχρηστος,αχρείαστος

invasion[n]

εισβολή,επίθεση

inventer[v]

εφευρίσκω

invention[n]

εφεύρεση,δημιουργία

investir[v]

επενδύω,τοποθετώ

investissement[n]

επένδυση,επένδυση κεφαλαίου

invitation[n]

πρόσκληση,κλήση

invité[n]

επισκέπτης,καλεσμένος

inviter[v]

προσκαλώ,καλώ

invoquer[v]
iran[n]

Ιράν,Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν

iranien[adj][n]

ιρανικός,περσικός • Ιρανός,Ιρανή

iris[n]

ίριδα,ίρις

ironie[n]
irradiation[n]
irréparable[adj][n]
irrésistible[adj]

ανυπόστατος,ανυπόστατος

irrésolu[n][adj]

αποφασιστικός άνθρωπος,αναποφάσιστος

irresponsable[adj][n]

ανεύθυνο πρόσωπο

irrévocable[adj]
irrigation[n]
irritation[n]

ερεθισμός

irriter[v]

ενοχλώ,εκνευρίζω

irruption[n]
islam[n]
isolant[adj][n]
isolation[n]

μόνωση,απομόνωση

isolé[adj]
isolement[n]
issue[n]

έξοδος,αποχωρητήριο

italie[n]

Ιταλία,χώρα στη Νότια Ευρώπη της οποίας η πρωτεύουσα είναι η Ρώμη

italien[adj][n]

ιταλικός,ιταλική • ιταλικά,ιταλική γλώσσα

itinéraire[n]

διαδρομή,πορεία

itinérance[n]
ivoire[n][adj]

ελεφαντόδοντο,δοντάκι ελέφαντα • ελεφαντόδοντο,χρώματος ελεφαντόδοντου

ivre[adj]

μεθυσμένος,ζαλισμένος

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή