italien
italien
italjɛ̃
italye

Ορισμός και σημασία του "italien"στα γαλλικά

01

ιταλικός, ιταλική

qui se rapporte à l'Italie, à sa culture, sa langue ou ses habitants 
italien definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
italien
αρσενικό πληθυντικό
italiens
θηλυκό ενικό
italienne
θηλυκό πληθυντικό
italiennes
θεματικό πεδίο
géographie, culture, identité
Παραδείγματα
Mon ami est italien. 

Ο φίλος μου είναι Ιταλός.

01

ιταλικά, ιταλική γλώσσα

langue parlée en Italie et dans certains pays voisins 
l'italien definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
J'apprends l'italien à l'école. 

Μαθαίνω ιταλικά στο σχολείο.

02

Ιταλός, Ιταλίδα

personne qui vient d'Italie ou qui a la nationalité italienne 
Παραδείγματα
Les Italiens vivent dans tout le pays. 

Οι Ιταλοί ζουν σε όλη τη χώρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store