ivre

Ορισμός και σημασία του "ivre"στα γαλλικά

01

μεθυσμένος, ζαλισμένος

qui a bu de l'alcool au point d'être saoul
ivre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ivre
συγκριτικός βαθμός
plus ivre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ivre
αρσενικό πληθυντικό
ivres
θηλυκό ενικό
ivre
θηλυκό πληθυντικό
ivres
Παραδείγματα
Même ivre, il a réussi à rentrer chez lui en sécurité.
Μεθυσμένος, κατάφερε να γυρίσει σπίτι ασφαλής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store