Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inviter
01
προσκαλώ, καλώ
demander à quelqu'un de venir quelque part ou de participer à un événement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
invite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
invitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inviterai
ενεστώτα μετοχή
invitant
παθητική μετοχή
invité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
invitions
Παραδείγματα
Tu peux m' inviter à ton spectacle ?
Μπορείς να με προσκαλέσεις στην παράστασή σου;



























