inviter
inviter
ɛ̃vite
evite
inciter

Ορισμός και σημασία του "inviter"στα γαλλικά

inviter
01

προσκαλώ, καλώ

demander à quelqu'un de venir quelque part ou de participer à un événement 
inviter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
invite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
invitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inviterai
ενεστώτα μετοχή
invitant
παθητική μετοχή
invité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
invitions
Παραδείγματα
Je vais inviter mes amis à mon anniversaire. 

Πρόκειται να προσκαλέσω τους φίλους μου στα γενέθλιά μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store