l'invention
Pronunciation
/ɛ̃vɑ̃sjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "invention"στα γαλλικά

L'invention
[gender: feminine]
01

εφεύρεση, δημιουργία

création ou découverte de quelque chose de nouveau
l'invention definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
inventions
Παραδείγματα
Chaque invention nécessite de la créativité et de la patience.
Κάθε εφεύρεση απαιτεί δημιουργικότητα και υπομονή.

Λεξικό Δέντρο

invention
invent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store