l'invention
invention
ɛ̃vɑ̃sjɔ̃
evaasyaw
inversionintention

Ορισμός και σημασία του "invention"στα γαλλικά

01

εφεύρεση, δημιουργία

création ou découverte de quelque chose de nouveau 
l'invention definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
inventions
Παραδείγματα
L'invention de l'imprimerie a révolutionné le monde. 

Η εφεύρεση της τυπογραφίας επαναστατοποιήσε τον κόσμο.

Λεξικό Δέντρο

invention
invent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store