Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conducir
01
οδηγώ
guiar o manejar un vehículo u objeto de un lugar a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
conduzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
conduce
ενεστώτα μετοχή
conduciendo
απλός αόριστος
condujo
παθητική μετοχή
conducido
Παραδείγματα
Conduce el coche de su padre los fines de semana.
Οδηγεί το αυτοκίνητο του πατέρα του τα σαββατοκύριακα.
1.1
οδηγώ, κατευθύνω
manejar o guiar un vehículo
Intransitive
Παραδείγματα
Conducen por la autopista hacia la playa.
Οδηγούν στον αυτοκινητόδρομο προς την παραλία.
02
οδηγώ σε
llevar o guiar a un resultado, situación o consecuencia
Παραδείγματα
La investigación condujo a descubrimientos importantes.
Η έρευνα οδήγησε σε σημαντικές ανακαλύψεις.
03
διευθύνω, διαχειρίζομαι
dirigir, administrar o encargarse de una organización, actividad o negocio
Παραδείγματα
Él conduce su propio negocio desde casa.
Διαχειρίζεται τη δική του επιχείρηση από το σπίτι.
04
οδηγώ
dirigir o guiar a personas o cosas hacia un lugar
Παραδείγματα
Este puente conduce a la otra orilla del río.
Αυτή η γέφυρα οδηγεί στην άλλη όχθη του ποταμού.
05
μεταφέρω
transportar personas o cosas de un lugar a otro
Παραδείγματα
Conducen el equipaje al hotel.
Μεταφέρουν τις αποσκευές στο ξενοδοχείο.



























