invariable
in
ˌɪn
ιν
va
ˈvɛ
βε
ria
riə
ρια
ble
bəl
μπαλ
/ɪnvˈe‍əɹɪəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "invariable"στα αγγλικά

invariable
01

αμετάβλητος, σταθερός

having a constant, unchanging nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The invariable laws of physics govern how objects move in the universe.
Οι αμετάβλητοι νόμοι της φυσικής διέπουν τον τρόπο που κινούνται τα αντικείμενα στο σύμπαν.
01

αμετάβλητο, σταθερά

a quantity that does not vary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
invariables

Λεξικό Δέντρο

invariability
invariableness
invariably
invariable
invari
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store