Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Invader
01
εισβολέας, κατακτητής
a person or group that enters a place by force to take control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
invaders
Παραδείγματα
The army repelled the invader after a fierce battle.
Ο στρατός απώθησε τον εισβολέα μετά από μια σφοδρή μάχη.
Λεξικό Δέντρο
invader
invade



























