invader
Pronunciation
/ˌɪnˈveɪdɝ/

Ορισμός και σημασία του "invader"στα αγγλικά

01

εισβολέας, κατακτητής

a person or group that enters a place by force to take control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
invaders
Παραδείγματα
The army repelled the invader after a fierce battle.
Ο στρατός απώθησε τον εισβολέα μετά από μια σφοδρή μάχη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store