Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inundation
01
πλημμύρα
a natural phenomenon in which water overflows and covers an area that is usually dry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inundations
02
κατακλυσμός, πλημμύρα
a massive number or amount
Λεξικό Δέντρο
inundation
inundate



























