invalidity
in
ˌɪn
in
va
li
ˈlɪ
li
di
di
ty
ti
ti
flaccidityplacidityvisciditystolidity

Ορισμός και σημασία του "invalidity"στα αγγλικά

01

ακυρότητα, αναληθολογία

the condition of being logically incorrect because the conclusion does not follow from the premises 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The student explained the invalidity of the argument. 

Ο μαθητής εξήγησε την ακυρότητα του επιχειρήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store