insomnia
in
ɪn
ιν
som
ˈsɒm
σομ
nia
niə
νια
insignia

Ορισμός και σημασία του "insomnia"στα αγγλικά

01

αϋπνία, διαταραχή ύπνου

a disorder in which one is unable to sleep or stay asleep 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
After several weeks of stress at work, she began to suffer from insomnia, making it difficult to concentrate during the day. 

Μετά από αρκετές εβδομάδες άγχους στη δουλειά, άρχισε να υποφέρει από αϋπνία, κάνοντας δύσκολη τη συγκέντρωση κατά τη διάρκεια της ημέρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store