insomnia
Pronunciation
/ˌɪnˈsɑmniə/

Ορισμός και σημασία του "insomnia"στα αγγλικά

01

αϋπνία, διαταραχή ύπνου

a disorder in which one is unable to sleep or stay asleep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite feeling exhausted, his insomnia made it impossible for him to get a good night's rest.
Παρά το ότι αισθανόταν εξαντλημένος, η αϋπνία του του έκανε αδύνατο να έχει μια καλή νυχτερινή ανάπαυση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store