Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
innumerable
01
αμέτρητος, αριθμητής
impossible to be individually counted or named due to their overwhelming quantity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In the vast ocean, there are innumerable species of marine life.
Στον αχανή ωκεανό, υπάρχουν αμέτρητα είδη θαλάσσιας ζωής.
Λεξικό Δέντρο
innumerableness
innumerable
numerable



























