Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
innovative
01
καινοτόμος, πρωτότυπος
(of ideas, products, etc.) creative and unlike anything else that exists
Παραδείγματα
The architect presented an innovative building design that defied conventional structures.
Ο αρχιτέκτονας παρουσίασε ένα καινοτόμο σχέδιο κτιρίου που αμφισβήτησε τις συμβατικές δομές.
02
καινοτόμος, πρωτότυπος
(of a person) producing creative and original ideas, equipment, methods, etc.
Παραδείγματα
The author ’s innovative style redefined storytelling.
Το καινοτόμο στυλ του συγγραφέα επαναπροσδιόρισε την αφήγηση.
Λεξικό Δέντρο
innovativeness
innovative
innovate
novate



























