Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inner
Παραδείγματα
The inner city often faces socioeconomic challenges.
Η εσωτερική πόλη αντιμετωπίζει συχνά κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις.
Παραδείγματα
She navigated through the maze until she reached its inner sanctum, a quiet space hidden from the world.
Πλοήγησε μέσα από το λαβύρινθο μέχρι που έφτασε στο εσωτερικό της ιερό, ένα ήσυχο χώρο κρυμμένο από τον κόσμο.
03
εσωτερικός, κοντινός
closely connected to the center of authority, power, or decision-making
Παραδείγματα
His promotion granted him entry into the inner sanctum of corporate leadership.
Η προαγωγή του του χάρισε την είσοδο στο άδυτο της εταιρικής ηγεσίας.
Παραδείγματα
Meditation helped her connect with her inner self and find clarity.
Ο διαλογισμός τη βοήθησε να συνδεθεί με το εσωτερικό της εαυτό και να βρει σαφήνεια.
05
εσωτερικός, βαθύς
existing as an inherent or often hidden part of an individual's psychological or emotional self
Παραδείγματα
Despite his tough exterior, his poetry revealed the sensitive inner soul he rarely showed.
Παρά το σκληρό του εξωτερικό, η ποίησή του αποκάλυψε την ευαίσθητη εσωτερική ψυχή που σπάνια έδειχνε.
Παραδείγματα
Attending the conference gave him rare insight into the inner dynamics of international diplomacy.
Η συμμετοχή στη διάσκεψη του έδωσε μια σπάνια εικόνα της εσωτερικής δυναμικής της διεθνούς διπλωματίας.



























