Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inhumane
01
απάνθρωπος, σκληρός
exhibiting a complete lack of compassion or regard for human dignity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inhumane
συγκριτικός βαθμός
more inhumane
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
ethics, behavior, treatment
Παραδείγματα
The prisoners were kept in inhumane conditions, with little food or access to healthcare.
Οι κρατούμενοι κρατούνταν σε απάνθρωπες συνθήκες, με λίγο φαγητό ή πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inhumane
humane
human



























