Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infuriating
01
εκνευριστικός, οργισμένος
causing intense anger, frustration, or irritation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infuriating
συγκριτικός βαθμός
more infuriating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, evaluation
Παραδείγματα
The repeated delays in the flight schedule were infuriating for the passengers.
Οι επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις στο πρόγραμμα πτήσεων ήταν εκνευριστικές για τους επιβάτες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
infuriating
infuriate



























