Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infuriating
01
εκνευριστικός, οργισμένος
causing intense anger, frustration, or irritation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infuriating
συγκριτικός βαθμός
more infuriating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The customer service representative's lack of assistance proved to be infuriating for the frustrated caller.
Η έλλειψη βοήθειας από τον εκπρόσωπο της εξυπηρέτησης πελατών αποδείχθηκε εκνευριστική για τον απογοητευμένο καλούντα.
Λεξικό Δέντρο
infuriating
infuriate



























