Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingenious
01
εφευρετικός, δημιουργικός
having or showing cleverness, creativity, or skill
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ingenious
συγκριτικός βαθμός
more ingenious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ingenious inventor devised a machine that could solve complex mathematical equations.
Ο ιδιοφυής εφευρέτης επινόησε μια μηχανή που μπορούσε να λύσει πολύπλοκες μαθηματικές εξισώσεις.
02
ευφυής, εφευρετικός
(of an idea, object, etc.) unique and working very well which has resulted from creativity and clever thinking
Παραδείγματα
The engineer's ingenious design for the bridge combined both aesthetic beauty and structural integrity.
Ο ιδιοφυής σχεδιασμός του μηχανικού για τη γέφυρα συνδύαζε τόσο την αισθητική ομορφιά όσο και τη δομική ακεραιότητα.
Λεξικό Δέντρο
ingeniously
ingeniousness
ingenious



























