Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingenious
01
εφευρετικός, δημιουργικός
having or showing cleverness, creativity, or skill
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ingenious
συγκριτικός βαθμός
more ingenious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ingenious chef created a unique dish by combining unexpected ingredients in innovative ways.
Ο ιδιοφυής σεφ δημιούργησε ένα μοναδικό πιάτο συνδυάζοντας απροσδόκητα υλικά με καινοτόμους τρόπους.
02
ευφυής, εφευρετικός
(of an idea, object, etc.) unique and working very well which has resulted from creativity and clever thinking
Παραδείγματα
The architect 's ingenious use of space made the small apartment feel much larger and more comfortable.
Η ιδιοφυής χρήση του χώρου από τον αρχιτέκτονα έκανε το μικρό διαμέρισμα να φαίνεται πολύ μεγαλύτερο και πιο άνετο.
Λεξικό Δέντρο
ingeniously
ingeniousness
ingenious



























