Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingenious
01
εφευρετικός, δημιουργικός
having or showing cleverness, creativity, or skill
Παραδείγματα
The ingenious chef created a unique dish by combining unexpected ingredients in innovative ways.
Ο ιδιοφυής σεφ δημιούργησε ένα μοναδικό πιάτο συνδυάζοντας απροσδόκητα υλικά με καινοτόμους τρόπους.
Λεξικό Δέντρο
ingeniously
ingeniousness
ingenious



























