infirm
Pronunciation
/ɪnˈfɝm/
/ɪnfˈɜːm/

Ορισμός και σημασία του "infirm"στα αγγλικά

01

αδύναμος, ασθενικός

lacking in strength, often due to age or illness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infirm
συγκριτικός βαθμός
more infirm
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Jack 's infirm health made him susceptible to colds and infections during the winter months.
Η αδύναμη υγεία του Τζακ τον έκανε ευάλωτο σε κρυολογήματα και λοιμώξεις κατά τους χειμερινούς μήνες.
02

αδύναμος, αποφασιστικός

lacking firmness of will or character or purpose
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store