Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infirm
Παραδείγματα
Jack 's infirm health made him susceptible to colds and infections during the winter months.
Η αδύναμη υγεία του Τζακ τον έκανε ευάλωτο σε κρυολογήματα και λοιμώξεις κατά τους χειμερινούς μήνες.
02
αδύναμος, αποφασιστικός
lacking firmness of will or character or purpose
Λεξικό Δέντρο
infirm
firm



























