Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infirm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infirm
συγκριτικός βαθμός
more infirm
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, physical condition, age
Παραδείγματα
The infirm elderly man needed assistance walking up the stairs.
Ο αδύναμος ηλικιωμένος άνδρας χρειαζόταν βοήθεια για να ανέβει τις σκάλες.
02
αδύναμος, αποφασιστικός
lacking firmness of will or character or purpose
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
infirm
firm



























