infirm
in
ɪn
in
firm
ˈfɜ:m
fēm
inform

Ορισμός και σημασία του "infirm"στα αγγλικά

01

αδύναμος, ασθενικός

lacking in strength, often due to age or illness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infirm
συγκριτικός βαθμός
more infirm
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, physical condition, age
Παραδείγματα
The infirm elderly man needed assistance walking up the stairs. 

Ο αδύναμος ηλικιωμένος άνδρας χρειαζόταν βοήθεια για να ανέβει τις σκάλες.

02

αδύναμος, αποφασιστικός

lacking firmness of will or character or purpose 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

infirm
firm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store