infinitive
in
ɪn
in
fi
ˈfɪ
fi
ni
ni
tive
tɪv
tiv
definitive

Ορισμός και σημασία του "infinitive"στα αγγλικά

01

απαρέμφατο, βασική μορφή του ρήματος

(grammar) the root form of a verb 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
infinitives
Παραδείγματα
In English grammar, the infinitive is the base form of a verb, typically preceded by "to." 

Στην αγγλική γραμματική, το απαρέμφατο είναι η βασική μορφή ενός ρήματος, που συνήθως προηγείται το "to".

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store