Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Infirmity
01
αδυναμία, ασθένεια
the state of being weak and unhealthy, especially due to old age or sickness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
infirmities
Παραδείγματα
Mental infirmity can be as debilitating as physical ailments, affecting one's quality of life.
Η αδυναμία ψυχική μπορεί να είναι εξουθενωτική όσο και οι σωματικές ασθένειες, επηρεάζοντας την ποιότητα ζωής.



























