infirmity
in
ɪn
ιν
fir
ˈfɜ:
φερ
mi
μι
ty
ti
τι
infinity

Ορισμός και σημασία του "infirmity"στα αγγλικά

01

αδυναμία, ασθένεια

the state of being weak and unhealthy, especially due to old age or sickness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
infirmities
Παραδείγματα
Mental infirmity can be as debilitating as physical ailments, affecting one's quality of life. 

Η αδυναμία ψυχική μπορεί να είναι εξουθενωτική όσο και οι σωματικές ασθένειες, επηρεάζοντας την ποιότητα ζωής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store