infinitude
in
ɪn
in
fi
ˈfɪ
fi
ni
ni
tude
tju:d
tyood

Ορισμός και σημασία του "infinitude"στα αγγλικά

01

απειρία, απεραντοσύνη

the quality of being infinite; without bound or limit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

απειρία, αμέτρητη ποσότητα

an immeasurably large quantity 
Παραδείγματα
The night sky gives a sense of the infinitude of the universe. 

Ο νυχτερινός ουρανός δίνει μια αίσθηση της απειρίας του σύμπαντος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store