infinitude
in
ɪn
ιν
fi
ˈfɪ
φι
ni
νι
tude
ˌtu:d
τουντ
/ɪnfˈɪnɪtjˌuːd/

Ορισμός και σημασία του "infinitude"στα αγγλικά

01

απειρία, απεραντοσύνη

the quality of being infinite; without bound or limit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

απειρία, αμέτρητη ποσότητα

an immeasurably large quantity
Παραδείγματα
The concept of infinitude can be both awe-inspiring and overwhelming.
Η έννοια της απείρου μπορεί να είναι ταυτόχρονα εμπνευσμένη και συγκλονιστική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store