Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weakly
Παραδείγματα
She stood up weakly after being bedridden for days.
Σηκώθηκε αδύναμα αφού ήταν ακίνητη για μέρες.
Παραδείγματα
He was accused of governing weakly and avoiding tough decisions.
Κυβερνούσε αδύναμα και απέφευγε τις δύσκολες αποφάσεις.
1.2
αδύναμα, με μη πειστικό τρόπο
in an unconvincing or poorly supported way
Παραδείγματα
The claim was weakly argued and quickly dismissed.
Ο ισχυρισμός ήταν αδύναμα επιχειρηματολογημένος και γρήγορα απορρίφθηκε.
Λεξικό Δέντρο
weakly
weak



























