Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weakly
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He nodded weakly before collapsing onto the couch.
Έγνεψε αδύναμα πριν καταρρεύσει στον καναπέ.
Παραδείγματα
They weakly objected to the new rule but eventually gave in.
Αντέτειναν αδύναμα στον νέο κανόνα αλλά τελικά υποχώρησαν.
1.2
αδύναμα, με μη πειστικό τρόπο
in an unconvincing or poorly supported way
Παραδείγματα
The theory is weakly backed by the data.
Η θεωρία υποστηρίζεται αδύναμα από τα δεδομένα.
weakly
01
αδύναμος, ευάλωτος
physically frail or lacking in strength or vitality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weakly
συγκριτικός βαθμός
more weakly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was a weakly child and missed many days of school.
Ήταν ένα αδύναμο παιδί και έχασε πολλές μέρες σχολείου.
Λεξικό Δέντρο
weakly
weak



























