Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weakly
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She stood up weakly after being bedridden for days.
Σηκώθηκε αδύναμα αφού ήταν ακίνητη για μέρες.
Παραδείγματα
He was accused of governing weakly and avoiding tough decisions.
Κυβερνούσε αδύναμα και απέφευγε τις δύσκολες αποφάσεις.
1.2
αδύναμα, με μη πειστικό τρόπο
in an unconvincing or poorly supported way
Παραδείγματα
The claim was weakly argued and quickly dismissed.
Ο ισχυρισμός ήταν αδύναμα επιχειρηματολογημένος και γρήγορα απορρίφθηκε.
weakly
01
αδύναμος, ευάλωτος
physically frail or lacking in strength or vitality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weakly
συγκριτικός βαθμός
more weakly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doctor recommended extra nutrition for the weakly infant.
Ο γιατρός συνέστησε επιπλέον διατροφή για το αδύναμο βρέφος.
Λεξικό Δέντρο
weakly
weak



























