Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scantily
01
λιγοστά, ανεπαρκώς
in a manner indicating a small or insufficient amount
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The cabin was scantily furnished, with just a table and a chair.
Το καμπιν ήταν λιγοστά επιπλωμένο, με μόνο ένα τραπέζι και μια καρέκλα.
02
λιγοστά, ελαφρά
in a way that involves wearing little or revealing clothing
Παραδείγματα
The dancers were scantily dressed for the performance.
Οι χορευτές ήταν ελάχιστα ντυμένοι για την παράσταση.
Λεξικό Δέντρο
scantily
scanty
scant



























