scandalous
scan
ˈskæn
skān
da
lous
ləs
lēs
handleless

Ορισμός και σημασία του "scandalous"στα αγγλικά

scandalous
01

σκανδαλώδης, συγκλονιστικός

shocking or disgraceful, often involving immoral or unethical behavior 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scandalous
συγκριτικός βαθμός
more scandalous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, behavior, society
Παραδείγματα
The scandalous revelation of embezzlement within the company led to widespread public distrust. 

Η σκανδαλώδης αποκάλυψη της υπεξαίρεσης εντός της εταιρείας οδήγησε σε ευρεία δημόσια δυσπιστία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scandalously
scandalousness
scandalous
scandal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store