Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scandalous
01
σκανδαλώδης, συγκλονιστικός
shocking or disgraceful, often involving immoral or unethical behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scandalous
συγκριτικός βαθμός
more scandalous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, behavior, society
Παραδείγματα
The scandalous revelation of embezzlement within the company led to widespread public distrust.
Η σκανδαλώδης αποκάλυψη της υπεξαίρεσης εντός της εταιρείας οδήγησε σε ευρεία δημόσια δυσπιστία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
scandalously
scandalousness
scandalous
scandal



























