Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scandal
01
σκάνδαλο, κουτσομπολιό
harmful and sensational gossip about someone's private life, often designed to shame or discredit them in public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scandals
Παραδείγματα
The actor's scandal was discussed in every corner of the media.
Το σκάνδαλο του ηθοποιού συζητήθηκε σε κάθε γωνία των μέσων ενημέρωσης.
02
σκανδάλο, υπόθεση
an event or action that is considered morally or legally wrong and causes public outrage or controversy
Παραδείγματα
The scandal involving the company's fraud shocked the community.
Το σκάνδαλο που αφορά την απάτη της εταιρείας σόκαρε την κοινότητα.
Λεξικό Δέντρο
scandalize
scandalous
scandal



























