Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scapha
01
σκάφα, επιμήκης κοιλότητα του αυτιού που χωρίζει την έλικα και την αντίθελη έλικα
*** an elongated depression of the ear that separates the helix and antihelix
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scaphae



























