Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scarab
01
σκαραβαίος, ιερός σκαθάρι
a large black dung beetle considered to be holy by ancient Egyptians
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scarabs
LanGeek



























