infallible
in
ɪn
in
fa
ˈfæ
llible
ləbl
lēbl
unmalleablefallible

Ορισμός και σημασία του "infallible"στα αγγλικά

infallible
01

αλάθητος, αλάνθαστος

incapable of making mistakes or being wrong 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infallible
συγκριτικός βαθμός
more infallible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His infallible memory made him a valuable asset to the team. 

Η αλάνθαστη μνήμη του τον έκανε πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο για την ομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store