infamy
in
ˈɪn
ιν
fa
φα
my
mi
μι
/ˈɪnfəmi/

Ορισμός και σημασία του "infamy"στα αγγλικά

01

δυσφήμηση, ατιμία

a very wrong and evil act
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The dictator 's brutal massacre of innocent civilians will forever be remembered as an infamy.
Η βάναυση σφαγή του δικτάτορα κατά αθώων πολιτών θα θυμάται για πάντα ως μια νεμεσία.
02

δυσφήμηση, ντροπή

the state of having a very bad public reputation
Παραδείγματα
The controversial decision made by the judge resulted in widespread infamy, as it was seen as a miscarriage of justice.
Η αμφιλεγόμενη απόφαση του δικαστή είχε ως αποτέλεσμα ευρεία δυσφήμηση, καθώς θεωρήθηκε ως δικαστική παρέκκλιση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store